“Είναι από τις φορές που κοιτάζεις το Facebook και έρχεται μία είδηση που σε κάνει να μείνεις άφωνος και να…κλάψεις.

Ένας φίλος, ένας αδελφός, ένας άνθρωπος που με αγάπησε και τον αγάπησα απίστευτα ο συνάδελφος και ΑΔΕΛΦΟΣ Βαγγέλης Βασιλειάδης, έφυγε χτυπημένος από τον κορονοϊό.

Τον Βαγγέλη τον γνώρισα σε μία αποστολή που με είχε στείλει η εφημερίδα μου ΤΑ ΝΕΑ στην Ξάνθη. Με βοήθησε τότε πολύ, είχαμε πάει μαζί με τον αείμνηστο Κώστα Τσόγκα. Από τότε κάθε φορά που πήγαινα Ξάνθη, κάναμε απίστευτη παρέα. Κάθε φορά που ερχόταν Αθήνα (από μία τέτοια επίσκεψη είναι η φωτογραφία) συναντιόμασταν και τα λέγαμε. Τον τελευταίο καιρό έκανε αναμετάδοση τις εκπομπές μου από τον δικό του ραδιοφωνικό σταθμό στην Ξάνθη.

Αυτό τον μήνα δεν είχαμε μιλήσει, αλλά δεν ήξερα ότι είχε πρόβλημα, γιατί η επικοινωνία μου ήταν αποκλειστικά με εκείνον. Με τη γυναίκα του τη Μαρία δεν έχουμε μιλήσει αρκετό καιρό τώρα. Με είχε βγάλει και είχα μιλήσει για το βιβλίο μου, να σχολιάσω τα αθλητικά και όχι μόνο γεγονότα και μου είχε πει: “Υγεία να έχουμε Θόδωρε γιατί τα πράγματα είναι δύσκολα”.

Δεν ξέρω τι να πω αλήθεια. Μόλις διάβασα την είδηση στο xanthinea.gr και είμαι σε σοκ. Δεν μπορώ να το πιστέψω αλήθεια.

Ο Βαγγέλης ήταν ένας εκπληκτικός και τολμηρός δημοσιογράφος. Είχε αρκετές φορές απειληθεί γιατί έβγαζε θέματα από την αγαπημένη του Ξάνθη. Ήταν ανταποκριτής πολλών τηλεοπτικών σταθμών και θεωρούταν από τους καλύτερους στο είδος του.

Μου είναι δύσκολο να μιλάω σε αόριστο χρόνο για τον ΑΔΕΛΦΟ Βαγγέλη, για τον φίλο τον οικογενειάρχη, (είχε τρία παιδιά). Αλήθεια δεν ξέρω τι να πω, κυρίως δεν μπορώ να το πιστέψω. Δεν έχω λόγια, δεν θέλω να τελειώσω αυτό το κείμενο. Μετά τον αδελφό και κουμπάρο Γιάννη Γιαννακούδη από τη Νάουσα της Ημαθίας, ένας ακόμα δικός μου, πολύ δικός μου άνθρωπος μας άφησε. Κοιτάζω μήπως είναι η είδηση ψεύτικη, μήπως είναι όλα ένα λάθος. Μακάρι να ήταν.

Φιλιά αδελφέ να μας προσέχεις από εκεί πάνω και φυσικά θα σε σκέφτομαι και θα σε αγαπάω μέχρι να τα πούμε πάλι.

Κουράγιο συλλυπητήρια και την αγάπη μου στην Μαρία και τα παιδιά του.”

Θ. Ακάλεστος