Επίτρεψες!

Χριστέ μου πως επίτρεψες
Τ ‘Αγιά σου Πάθη
Να υποπέσουν σε οικτρά
Άλλων εκεί τη στάση?

Να θέλουμε να ερχόμαστε
Εσέ να προσκυνούμε
Λατρεία να δοξάσουμε
Για όλα να σ ευλογούμε?

Που χάρισες εξ αρχής
Σε μας τα παιδιά σου
Αγάπη που θα πρεπε
Να γευόμαστε σιμά σου ?

Παρά τώρα μένουμε
Έγκλειστοι μες στα σπίτια
Κλαίγοντας γοερά
Κι όχι από συνήθεια..

Το Τίμιο το Ξύλο σου
Πως να το μπορέσει
Ανθρώπινο μυαλό
Αυτό να το χωρέσει?

Πως θα μείνουμε εδώ
Μακριά από εσένα
Δε θα τα φιλήσουμε
Άκρα σου πονεμένα?

Καρφιά που ταν άδικα
Εςένα να πληγώσουν
Νομίζανε οι μιαροί
Πως έτσι θα γλιτώσουν.

Και τώρα πάλι έρχονται
Εσένα και σταυρώνουν
Με τάξης νέα πράγματα
Εμάς και καθηλώνουν.

Ολημερίς ολονυχτίς
Το καντηλάκι καίει
Πότε μες στο σπιτικό
Καρδιάς σβηστό δε μένει.

Χρειάστηκε να σου το πω
Να πάρει κάποια χρόνια
Πάντα εσέ είχα παρηγοριά
Μα αντάμωσαν τα χιόνια.

Λένε η σκέψη κάποτε
Πως κι αυτή θα ωριμάσει
Τότε σε βρήκα πάλι εσέ
Δεν έχω απαλλάξει.

Το βάρος και τα δάκρυα
Αργά μου σιγοκαίνε
Σκέψεις που τις έκαμα
Και τώρα δίκιο θένε.

Να βρούνε τη θέση τους
Δίπλα σου για να έρθουν
Ξεκούραση να βρουν εκεί
Εσένα να προσέχουν.

Ως θησαυρό της κατοχής
Που χουν και σε τιμούνε
Ως ένα δάκρυ της ψυχής
Κι έτσι αποτιμούμε.

Φόρους θα πω εκτίμησης
Δέους σωστής αλήθειας
Που περιβάλλει εκεί το νου
Κι όχι από συνήθεια.

Χριστέ πως τους επίτρεψες
Εσένα να σταυρώσουν
Για άλλη μια φορά
Σε ενοχές να ενδώσουν?

Μα ξέρεις μόνο εσύ καλά
Τ άμεσα σχέδιά σου
Φρόντισε ταχτάρισε
Τα έρμα τα παιδιά σου .

Σε έχω πάντα δίπλα μου
Νοερά και σε αγγίζω
Για τα δώρα που ‘στειλες
Πάντα θα χαιρετίζω.

Μ ευλογιά και ανάταση
Ψυχής θα την προσμένω
Τη Θεία σου τη Σταύρωση
Υπόκλιση θα στέλνω.

Εκεί ψηλά στα Ουράνια
Τ απάτητα εδάφη
Ρίξε εδώ κάτω μια ματιά
Μήπως και τίποτα δεν εχάθη.

Ακόμα έχουνε καιρό
Μετάνοια να κάνουν
Άθεοι να βαπτιστούν
Στο πένθος σου επάνω!ΤΣΑΚΑΛΑΚΙ.

  • γράφει η Άννα Ζανιδάκη