Του Θωμά Σ. Σάρα

Για όσους παρακολουθούν την αρθρογραφία μου τα τελευταία πενήντα χρόνια στην επιθεώρηση «Πατρίδες», είμαι βέβαιος, ότι οι σημερινές εξελίξεις γύρω από το Μακεδονικό, δεν επιτρέπουν το σχηματισμό, καμίας έκπληξης, άπαξ και είχαμε αναφερθεί σε αυτά επανειλημμένα, κατά την διάρκεια των δεκαετιών.

Αντίθετα μάλιστα, θα έλεγα, ότι οι σημερινές εξελίξεις απλά αποτελούν τον επίλογο ενός δράματος, του οποίου η πρώτη φάση σχεδιάστηκε τη δεκαετία του 1940, η δεύτερη, και πλέον σοβαρή, άρχισε να διαμορφώνεται από την δεκαετία του ‘60 για να κορυφωθεί τις μέρες αυτές, χάρις στην ανοησία, τον στραβισμό, την ανωριμότητα και τις τρομερές επαγγελματικές ελλείψεις και την απόλυτη έλλειψη διορατικότητας, τόσο των διπλωματών όσο και της πολιτικής ηγεσίας της Ελληνικής πολιτείας.

Ομολογώ ότι κάτω από την επήρεια των φορτίσεων που αισθάνομαι τις μέρες αυτές και οι οποίες κυριαρχούν πάνω στις σκέψεις μου, δεν θα ήθελα να επανέλθω στην απαρίθμηση των λαθών και παραλείψεων της Αθήνας και των ταγών της, πάνω σε αυτό το τόσο σπουδαίο, για την εθνική επιβίωση και ανάπτυξη του ελεύθερου Ελληνικού χώρου θέμα. Ένα θέμα το οποίο απειλεί, για άλλη μια φορά, να σχηματιστούν πάνω από τους ειρηνικούς ουρανούς της Ελλάδος, μαύρα σύννεφα εθνικών περιπετειών.

Αφορμή για την σημερινή μου αρθρογραφία παίρνω την απόφαση της κυβέρνησης της Ελλάδος να “κλείσει” με πολύ βιασύνη το λεγόμενο “Μακεδονικό”, το οποίο ταλαιπωρεί τις δύο τελευταίες δεκαετίες την διπλωματία των Αθηνών, καθώς επίσης και τις σχέσεις με την γείτονα “φίλη και σύμμαχο” της Ελλάδος Τουρκία.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί αρχικά να ασχοληθώ με την Τουρκία και τις βλέψεις και πολιτικές της έναντι της Ελλάδος. Είναι βέβαιο ότι τις τελευταίες δεκαετίες κατ’ επανάληψη είχα ασχοληθεί με τα πολιτικά σχέδια της Άγκυρας, σε σχέση με την Ελλάδα, όχι μόνον με την αρθρογραφία μου, μα ακόμα περισσότερο και με στοιχεία τα οποία είχαν τεθεί υπ’ όψη των ενδιαφερόμενων εκπροσώπων τόσο στο εθνικό κέντρο, όσο και το εξωτερικό.

Είναι δε γνωστό ότι την άνοιξη του 2017 φροντίσαμε να ενημερώσουμε την Αθήνα για την ευρεία κυκλοφορία, τόσο στο Καναδά όσο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, γεωγραφικών χαρτών της Τουρκίας, στους οποίους εμφανιζόταν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ως μέρος της Τουρκικής επικράτειας. Αντίτυπα αυτών εστάλησαν όχι μόνον στους υπεύθυνους υπουργούς και το γραφείο του πρωθυπουργού και του Προέδρου της Δημοκρατίας, μα και σε όλους τους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων της αντιπολίτευσης. Παρ’ όλα αυτά, μέχρι σήμερα δεν είχαμε καμία απολύτως αντίδραση από κανέναν από τους αποδέκτες.

Ανεπίσημες πληροφορίες από την Αθήνα έλεγαν ότι οι υπεύθυνες υπηρεσίες δεν βρήκαν τίποτα το “μεμπτό” στους χάρτες. Σχετικά με το περιεχόμενο αυτών των χαρτών, θα πρέπει να τονίσω ότι παρουσιάζουν όλα τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου με Τουρκικά ονόματα, καθώς επίσης και τα υπό κατοχή μέρη της Κύπρου, στα οποία γίνεται αναφορά ως “Τουρκική Δημοκρατία της Κύπρου”.

Παρ’ όλα αυτά το πολιτικό κατεστημένο της Αθήνας δεν έδειξε κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον, άπαξ και τόσο το γραφείο της πρεσβείας στην Οτάβα, όσο και τα τρία γενικά προξενεία στην Καναδική επικράτεια, προφανώς, τελούσαν υπό τελεία άγνοια του γεγονότος!! Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις ήταν επόμενο ότι τόσο οι Τούρκοι διπλωμάτες όσο και η Άγκυρα, είχαν μια μοναδική ευκαιρία να παραπλανήσουν τη Καναδική κοινή γνώμη, “σχετικά με τα κακοποιημένα δίκαιά τους από τους Έλληνες”, και μάλιστα χωρίς αντίλογο από την άλλη πλευρά, που είναι η Αθήνα.

Για ένα αρκετό διάστημα δε, δυστυχώς δεν υπήρχε ούτε και Έλλην πρέσβης στην Καναδική πρωτεύουσα. Όταν δε τελικά η θέση καλύφθηκε, φρόντισαν να διορίσουν άτομο εγνωσμένης κάλυψης των θρησκευτικών προβληματισμών των εκκλησιαζόμενων, κυρίως υπερήλικων ομογενών, παρά για τις τόσο σοβαρές και ουσιαστικές ανάγκες των διπλωματικών σχέσεων στο Καναδά.

Έτσι λοιπόν φθάσαμε για ακόμα μια φορά στα γεγονότα των Ιμίων, με αποτέλεσμα τις αιτιάσεις και τους ισχυρισμούς της Τουρκίας ότι αυτά ανήκουν στην διοικητική δικαιοδοσία της Άγκυρας και ότι οι διοικήσεις των Αθηνών, κρύβουν την αλήθεια, παραπληροφορώντας την “κοινή γνώμη” της Ελλάδας, “και όπως κάνει συνήθως αλλάζει την πραγματικότητα”. Η πρωτοφανής αυτή ανακοίνωση της Άγκυρας, δεν επιτρέπει πλέον καμία αμφιβολία για τις προθέσεις και τους σχεδιασμούς της Τουρκικής διοίκησης και της πολιτικής της έναντι της Ελλάδας.

Σύμφωνα πάντοτε με τις πληροφορίες μου, τα τελευταία δύο χρόνια η Άγκυρα φρόντισε ασκώντας κατάλληλη προπαγάνδα να φανατίσει τους άνδρες των επίλεκτων δυνάμεων της, εναντίον της Ελλάδας και των συμμάχων της στην Ευρώπη, προετοιμάζοντας έτσι μια πιθανή μελλοντική επέμβαση. Και όλα αυτά, βέβαια, κάτω από το αδιάφορο βλέμμα της Αθήνας, η διοίκηση της οποίας πιστή στις διεθνιστικές της προκαταλήψεις, δεν έδειξε να αισθάνεται κάποια ενόχληση.

Το βέβαιο είναι, ωστόσο, ότι η Άγκυρα στηρίζει τις αιτιάσεις της πάνω στις γνωστές συμφωνίες και αποδοχές της κυβέρνησης Σημίτη, κατά την διάρκεια των σχετικών γεγονότων των Ιμίων, της περιόδου της πρωθυπουργίας εκείνου, οπότε με την παρέμβαση του ΝΑΤΟ και της Ουάσιγκτον, δέχθηκε να αποσύρει τους άνδρες της από τις βραχονησίδες, ξεκαθαρίζοντας, ωστόσο, ότι σε αυτές δεν θα μπορεί να έχει δικαιώματα πρόσβασης ούτε και η Αθήνα.

Στα χρόνια που ακολούθησαν από την περίοδο εκείνη, είναι βέβαιο, ότι η Αθήνα έκανε ότι ήταν δυνατόν προκειμένου να αποφύγει οποιαδήποτε κίνηση που πιθανόν θα εξαγρίωνε την Άγκυρα, ενώ παράλληλα και η τελευταία περιοριζόταν στο να κάνει επιδείξεις του στόλου της στην περιοχή, προκειμένου να ικανοποιεί την δική της κοινή γνώμη του εσωτερικού της χώρας.

Οι συνθήκες αυτές, ωστόσο, φαίνεται ότι αντιστράφηκαν σήμερα, εξ αιτίας της περιπλοκής της Τουρκίας με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τόσο στο Κουρδικό Αφρίν της Συρίας, όσο και το βόρειο Ιράκ. Όπως γίνεται καθημερινά γνωστό, οι επιχειρήσεις στον κουρδικό θύλακα του Αφρίν δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες του Τούρκου προέδρου και ούτε και του στρατιωτικού επιτελείου της χώρας.

Και ενώ οι μέρες περνούν χωρίς κανένα εντυπωσιακό στρατιωτικό επίτευγμα στα μέτωπα των επιχειρήσεων, τόσο ο πρόεδρος Ερντογάν, όσο και οι επιτελείς του, αισθάνονται όλο και μεγαλύτερη την διεθνή διαπόμπευση των στρατιωτικών του δυνάμεων και παράλληλα την εσωτερική κατακραυγή, από τους καταπιεσμένους πολίτες της Τουρκίας. Εύλογο, λοιπόν, δημιουργείται ερώτημα, ποιος ο λόγος αυτών των τόσο δυσάρεστων εξελίξεων;

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να ανατρέψω σε σχετικές μου αρθρογραφίες των τελευταίων είκοσι ετών, στις οποίες αναφερόμουν σε πλάνα της Ουάσιγκτον να αναχαράξει τα σημερινά σύνορα της χώρας των επιγόνων των Οθωμανών, σε πέντε διοικητικές αυτόνομες και ανεξάρτητες δημοκρατίες, με μόνον μία εξ αυτών, ως συνεχιστή της παράδοσης της πάλαι ποτέ Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το σχέδιο αυτό, είμαι απόλυτα βέβαιος ότι το γνωρίζει ο σημερινός “δυνατός άνδρας” του θεοκρατικού καθεστώτος της Άγκυρας, ο οποίος μάλιστα προσπάθησε να δημιουργήσει νέες πολιτικές πραγματικότητες με την βοήθεια των εξτρεμιστικών ομάδων των ισλαμιστών του Ισις, υποχρεώνοντας τόσο την Ουάσιγκτον, όσο και την Ευρώπη να αναθεωρήσουν τους σχεδιασμούς και τις αποφάσεις τους για την διάσπαση των εδαφών που ελέγχει η Άγκυρα, σε πέντε μικρότερες διοικητικές οντότητες από τις οποίες η μεγαλύτερη προβλέπεται να είναι εκείνη των Κούρδων και ακολουθούν των Ποντίων, των Αρμενίων των Ασυρίων και τέλος της ενιαίας και ανεξάρτητης Θράκης. Το τελευταίο, μεσαίο γεωγραφικό τμήμα της σημερινής διοίκησης παραμένει ως συνεχιστής των αιματοβαμμένων παραδόσεων των πολεμικών κατακτήσεων των Οθωμανών.

Το γεγονός αυτό για τον εθνικιστή Ερντογάν και τους επιτελείς του, αποτελεί μια απαράδεκτη και ταπεινωτική ήττα, την οποία όχι μόνον δεν προτίθεται να αποδεχθεί, αλλά τουναντίον προετοιμάζει τα δικά του πολεμικά σχέδια τα οποία θα του επιτρέψουν να επιβληθεί ως μία παντοδύναμη περιφερειακή δύναμη με βάρος γνώμης πάνω στις διεθνείς εξελίξεις.

Είναι δε βέβαιο ότι ο σημερινός ισχυρός άνδρας της Άγκυρας, έχει απόλυτη επίγνωση των αισθημάτων της εσωτερικής κοινής γνώμης της χώρας του. Γνωρίζει ότι ελάχιστοι είναι εκείνοι που πιστεύουν σε αυτόν, (κυρίως οι κάτοικοι των αγροτικών περιοχών με μικρή ή και καμία σχολική μόρφωση ή εκπαίδευση).

Αντίθετα οι Τούρκοι πολίτες των μεγάλων μητροπόλεων τόσο του Ευρωπαϊκού τμήματος όσο και των Μικρασιατικών παραλίων, οι οποίες συγκεντρώνουν την ηγεσία του πνεύματος, των τεχνών, του εμπορίου και της βιομηχανίας, αναφανδόν εμφανίζονται εχθρικές και εναντιώνονται ανοιχτά στην προσωπική δικτατορία της ολιγαρχικής κλίκας που ασκεί την εξουσία στη χώρα.

Γνωρίζει ακόμα ο ηγέτης του ιδιόμορφου αυτού πολιτικού μορφώματος ότι κάτω από την πολιτική νηνεμία της χώρας, υπάρχουν, δυναμώνουν και διαμορφώνονται καθημερινά περισσότερο επικίνδυνες για τον ίδιο και το καθεστώς του, κινήσεις και δημοκρατικά ρεύματα, τα οποία τους απειλούν. Η στρατιωτική, λοιπόν εισβολή στις περιοχές των Κούρδων της Συρίας θεωρήθηκε ως ο από “μηχανής θεός” προς αποφυγήν των πιθανών συνεπειών ενός πραγματικού πολιτικού δράματος, δεδομένου ότι μια εύκολη νίκη εναντίον των άοπλων Κούρδων, θα εντυπωσίαζε τον εθνικισμό των μαζών του εσωτερικού της χώρας και θα ανάδειχνε το καθεστώς ως εθνοσωτήριο.

Αυτό ίσως ήταν και το μεγαλύτερο λάθος στους υπολογισμούς του Ερντογάν, ο οποίος δεν πίστεψε ή και θέλησε να πιστέψει ότι μια χούφτα ξυπόλυτοι και πεινασμένοι, άοπλοι Κούρδοι, θα μπορούσαν να σταματήσουν στις πάνοπλες στρατιωτικές του δυνάμεις. Είναι βέβαιο ότι ουδέποτε πίστεψε ότι το μεγάλο “ασκέρι” του ήταν τελείως αποδιοργανωμένο, αποστελεχωμένο και σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ετοιμοπόλεμο.

Κατά τη διάρκεια των δεκαετιών που πέρασαν, αναφέρθηκα, κατά κόρον, ότι όλο αυτό το διάστημα οι Τούρκοι διπλωμάτες στους κατά τόπους διορισμούς τους είχαν επιδοθεί σε ένα όργιο ανθελληνικής προπαγάνδας, κατηγορώντας τις ελληνικές διοικήσεις ότι είχαν σχέδιο να μετατρέψουν το Αιγαίο σε “Ελληνική λίμνη” με όλες τις συνέπειες σε βάρος της ελεύθερης διεθνούς ναυσιπλοΐας.

Δυστυχώς από πλευράς Αθηνών δεν φαίνεται να υπήρξε καμία αντίδραση ενάντια σε αυτούς τους ισχυρισμούς, με την αφελή πολιτική της “μη ύπαρξης κανενός θέματος Αιγαίου”, δίνοντας έτσι στου Τούρκους διπλωμάτες τη δυνατότητα προετοιμασίας της διεθνούς πολιτικής κοινής γνώμης, για τα δίκαια της Άγκυρας, η οποία αγωνιζόταν για την διατήρηση των θαλασσίων διαύλων του Αιγαίου ανοικτών στην παγκόσμια ναυσιπλοΐα.

Σήμερα, δυστυχώς, οι εξελίξεις τρέχουν και μάλιστα σε βάρος των Ελληνικών δικαίων. Με μια κυβέρνηση αδύναμη να αντιδράσει. Με έναν λαό να υποφέρει και να πάσχει από κάθε κοινωνική και πολιτική ασθένεια. Με ένα πολιτικό κατεστημένο να διακατέχεται από τις πολιτικές παθογένειες του παρελθόντος.

Με μια διοίκηση η οποία άγεται και φέρεται από τις ανάγκες των ημερών, άτολμη και αδύναμη να αντιδράσει, η οποία αναγκάζεται σε επώδυνους συμβιβασμούς, σχετικούς με τις υποδείξεις και απαιτήσεις των δανειστών, φίλων και συμμάχων της. Στην πραγματικότητα και βάσει του διεθνούς δικαίου η σημερινή Ελλάδα παρουσιάζεται να έχει περιορισμένη ανεξαρτησία, ενώ όλοι οι γείτονες της διαισθανόμενοι τις αδυναμίες της προσπαθούν να εκμεταλλευθούν τα μέγιστα προς όφελος των διεκδικήσεών τους.

Η Τουρκία, για δεκαετίες τώρα, εργάσθηκε με υπομονή και επιμονή να πείσει τη διεθνή κοινή γνώμη για τα “σατανικά σχέδια” των Ελλήνων σε βάρος της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στο Αιγαίο. Οι σλαβόφωνοι των Σκοπίων και κυρίως οι “Ανά τη γη Απόδημοι Μακεδόνες και οι οργανώσεις των παιδιών του Αιγαίου”, αφού κατέκαψαν σχεδόν ολόκληρη την Ελλάδα ατιμώρητοι, με την Αθήνα να προσποιείται ότι δεν γνωρίζει και δεν καταλαβαίνει.

Με τους Έλληνες ψηφοφόρους να ενδιαφέρονται μόνον για ποια πολιτική δύναμη πρόκειται να τους προσφέρει χρήματα και χορηγήματα. Με το πραγματικό πλιάτσικο του δημόσιου ταμείου. Με την εφαρμογή πολιτικών στρουθοκαμηλισμού, για ολόκληρες δεκαετίες, έναντι γειτόνων και μη, σήμερα η χώρα βρίσκεται απομονωμένη μέσα στα πλαίσια ενός επικίνδυνου κύκλου αξιώσεων και είναι επόμενο η κυβέρνηση της να είναι ευάλωτη.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες έρχεται σήμερα το ΝΑΤΟ και με τη βοήθεια της Ευρώπης απαιτεί την εφαρμογή της υπόσχεσης του 1974 των Ανδρέα Παπανδρέου, Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και Κωνσταντίνου Καραμανλή, για την αποδοχή δημιουργίας ανεξάρτητου κράτους της Μακεδονίας, τη παραχώρηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου στη Τουρκία και την αναγνώριση μεγαλύτερης αυτονομίας στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Δυτικής Θράκης.

Στο σημείο αυτό απλά να υπενθυμίσω τα λόγια του τότε υπουργού εξωτερικών της Ελλάδας ότι “είναι καλύτερο να έχουμε πέντε στρέμματα γης λιγότερα από ότι μας ανήκουν και να κοιμόμαστε ήσυχοι, παρά να μη μπορούμε να κοιμηθούμε από το φόβο επίθεσης κάποιου κακόπιστου γείτονα ο οποίος μας επιβουλεύεται.”

Και δεδομένου του γεγονότος ότι εκείνοι είχαν γίνει αποδέκτες σοβαρών οικονομικών ευεργετημάτων για να βοηθηθούν να πείσουν τα πρόβατά τους για την εθνική αναγκαιότητα της αποδοχής, δεν μένουν και πολλά περιθώρια αμφιβολίας ότι έτσι και σήμερα η Αθήνα έλαβε διαβεβαιώσεις για κούρεμα του εθνικού της χρέους κατά μεγάλο μέρος, μέχρι και το μισό.

Η κυβέρνηση τη διαβεβαίωση ότι θα βοηθηθεί να επανεκλεγεί στις ερχόμενες γενικές εκλογές του 2019 και τέλος οι ψίθυροι αναφέρουν και κάποια μετρητά προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι σχεδιασμοί του ΝΑΤΟ και της Ευρώπης.